βλεμεαίνω

βλεμεαίνω (Α)
βλέπω βλοσυρά με συνείδηση της υπεροχής μου («σθένεϊ βλεμεαίνων»).
[ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Ίσως συνδέεται με λατ. glomus «κουβάρι». Το ρ. βλεμεαίνω σχηματίστηκε πιθ. από *βλέμος, αβλεμής «αδρανής, άτονος, ασθενής» ή κατά το πρότυπο του μενεαίνω < μένος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • βλεμεαίνω — exult pres subj act 1st sg βλεμεαίνω exult pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεμεαίνοντι — βλεμεαίνω exult pres part act masc/neut dat sg βλεμεαίνω exult pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεμεαίνει — βλεμεαίνω exult pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεμεαίνειν — βλεμεαίνω exult pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεμεαίνεις — βλεμεαίνω exult pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βλεμεαίνων — βλεμεαίνω exult pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μενεαίνω — (Α) 1. δείχνω προθυμία να κάνω κάτι, προθυμοποιούμαι («μενεαίνεις Ἰλίου ἐξαπαλάξαι πτολίεθρον», Ομ. Ιλ.) 2. επιθυμώ σφοδρά κάτι («ἐμοὶ μενέαινον ὄλεθρον», Κόιντ.) 3. οργίζομαι σφοδρά 4. φρ. «κτεινόμενος μενέαινε» ψυχομαχούσε, πεθαίνοντας ανέπνεε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.